Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ἀποθαρρύνω

ρήμα
•
  1. αποθαρρύνω και στην κοινή νεοελληνική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ἀποθαρρύνω (μαρτυρείται από το 1866) με γραφή ἀποθαῤῥύνω < ἀπο- + θαρρύνω, αναδημιουργία του ελληνιστικού ἀποθαρρύνω (ενθαρρύνω). Το ἀπο- με νέα, στερητική σημασία, αντί της επιτατικής του ελληνιστικού, όπως και στο ἀποθαρρέω (παίρνω κουράγιο).: τυπογραφικός συλλαβισμός : ἀ‐πο‐θαρ‐ρύ‐νω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

αποθαρρύνω

/a.po.θaˈɾi.no/ρήμα
•
  1. κάνω, οδηγώ κάποιον στο να χάσει το θάρρος του στο να κάνει κάτι ή να χάσει την αισιοδοξία του για κάτι Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: αποθαρρώ, αποθαρρεύω

Ετυμολογία

αποθαρρύνω < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀποθαρρύνω (διαφορετικό από το ελληνιστικό ἀποθαρρύνω (ενθαρρύνω) & μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική décourager. Μορφολογικά αναλύεται σε απο- + το αρχαίο θαρρύνω. Για τη διαφοροποίηση της σημασία στη νέα δημιουργία της λέξης, → δείτε καθαρεύουσα ἀποθαρρύνω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαποθαρρύνωαποθαρρύνειςαποθαρρύνειαποθαρρύνουμεαποθαρρύνετεαποθαρρύνουν / αποθαρρύνουνε
Παρατατικόςαποθάρρυνα / αποθαρρυνόμουνααποθάρρυνες / αποθαρρυνόσουνααποθάρρυνε / αποθαρρυνότανεαποθαρρύναμεαποθαρρύνατεαποθάρρυναν / αποθαρρύναν / αποθαρρύνανε
Αόριστοςαποθάρρυνααποθάρρυνεςαποθάρρυνεαποθαρρύναμεαποθαρρύνατεαποθάρρυναν / αποθαρρύναν / αποθαρρύνανε
Μέλλονταςθα αποθαρρύνωθα αποθαρρύνειςθα αποθαρρύνειθα αποθαρρύνουμεθα αποθαρρύνετεθα αποθαρρύνουν / θα αποθαρρύνουνε
Παρακείμενοςέχω αποθαρρύνειέχεις αποθαρρύνειέχει αποθαρρύνειέχουμε αποθαρρύνειέχετε αποθαρρύνειέχουν αποθαρρύνει
Υπερσυντέλικοςείχα αποθαρρύνειείχες αποθαρρύνειείχε αποθαρρύνειείχαμε αποθαρρύνειείχατε αποθαρρύνειείχαν αποθαρρύνει
Υποτακτικήνα έχω αποθαρρύνει / να αποθαρρύνωνα έχεις αποθαρρύνει / να αποθαρρύνειςνα έχει αποθαρρύνει / να αποθαρρύνεινα έχουμε αποθαρρύνει / να αποθαρρύνουμενα έχετε αποθαρρύνει / να αποθαρρύνετενα έχουν αποθαρρύνει / να αποθαρρύνουν / να αποθαρρύνουνε
Προστακτική—αποθάρρυνε——αποθαρρύνετε / αποθαρρύντε—

Μεσοπαθητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαποθαρρύνομαιαποθαρρύνεσαιαποθαρρύνεταιαποθαρρυνόμαστε——
Παρατατικόςαποθαρρυνόμουναποθαρρυνόσουναποθαρρυνόταναποθαρρυνόμασταν / αποθαρρυνόμαστε——
Αόριστοςαποθαρρύνθηκα—————
Μέλλονταςθα αποθαρρύνομαιθα αποθαρρύνεσαιθα αποθαρρύνεταιθα αποθαρρυνόμαστε——
Υποτακτικήνα αποθαρρύνομαινα αποθαρρύνεσαινα αποθαρρύνεταινα αποθαρρυνόμαστε——

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →