ἀποθαρρύνω
- αποθαρρύνω και στην κοινή νεοελληνική Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ἀποθαρρύνω (μαρτυρείται από το 1866) με γραφή ἀποθαῤῥύνω < ἀπο- + θαρρύνω, αναδημιουργία του ελληνιστικού ἀποθαρρύνω (ενθαρρύνω). Το ἀπο- με νέα, στερητική σημασία, αντί της επιτατικής του ελληνιστικού, όπως και στο ἀποθαρρέω (παίρνω κουράγιο).: τυπογραφικός συλλαβισμός : ἀ‐πο‐θαρ‐ρύ‐νω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →