αποθεματικός
•
- που έχει σχέση με το απόθεμα, αναφέρεται σ’ αυτό ή φυλάγεται ως απόθεμα Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοαποθεματικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποθεματικός < απόθεμα + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποθεματικός | αποθεματική | αποθεματικό |
| Γενική | αποθεματικού | αποθεματικής | αποθεματικού |
| Αιτιατική | αποθεματικό | αποθεματική | αποθεματικό |
| Κλητική | αποθεματικέ | αποθεματική | αποθεματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποθεματικοί | αποθεματικές | αποθεματικά |
| Γενική | αποθεματικών | αποθεματικών | αποθεματικών |
| Αιτιατική | αποθεματικούς | αποθεματικές | αποθεματικά |
| Κλητική | αποθεματικοί | αποθεματικές | αποθεματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →