Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απόθεμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. αυτό που βαθμηδόν συντελείται με απόθεση Βικιλεξικό
  2. αυτό που βαθμηδόν συντελείται με απόθεση Βικιλεξικό
  3. γεωλογίααυτό που βαθμηδόν συντελείται με απόθεση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απόθεμα < αποθέτω + -μα (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική dépôt)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαπόθεμααποθέματα
Γενικήαποθέματοςαποθεμάτων
Αιτιατικήαπόθεμααποθέματα
Κλητικήαπόθεμααποθέματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →