απόθεμα
•
- αυτό που βαθμηδόν συντελείται με απόθεση Βικιλεξικό
- αυτό που βαθμηδόν συντελείται με απόθεση Βικιλεξικό
- γεωλογίααυτό που βαθμηδόν συντελείται με απόθεση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απόθεμα < αποθέτω + -μα (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική dépôt)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απόθεμα | αποθέματα |
| Γενική | αποθέματος | αποθεμάτων |
| Αιτιατική | απόθεμα | αποθέματα |
| Κλητική | απόθεμα | αποθέματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →