αποθερίζω
•
- τελειώνω τον θερισμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποθερίζω < αρχαία ελληνική ἀποθερίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποθερίζω | αποθερίζεις | αποθερίζει | αποθερίζουμε | αποθερίζετε | αποθερίζουν / αποθερίζουνε |
| Παρατατικός | αποθέριζα | αποθέριζες | αποθέριζε | αποθερίζαμε | αποθερίζατε | αποθέριζαν / αποθερίζαν / αποθερίζανε |
| Αόριστος | αποθέρισα | αποθέρισες | αποθέρισε | αποθερίσαμε | αποθερίσατε | αποθέρισαν / αποθερίσαν / αποθερίσανε |
| Μέλλοντας | θα αποθερίζω / θα αποθερίσω | θα αποθερίζεις / θα αποθερίσεις | θα αποθερίζει / θα αποθερίσει | θα αποθερίζουμε / θα αποθερίσουμε | θα αποθερίζετε / θα αποθερίσετε | θα αποθερίζουν / θα αποθερίζουνε / θα αποθερίσουν / θα αποθερίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποθερίσει | έχεις αποθερίσει | έχει αποθερίσει | έχουμε αποθερίσει | έχετε αποθερίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποθερίσει | είχες αποθερίσει | είχε αποθερίσει | είχαμε αποθερίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποθερίσει / να αποθερίζω / να αποθερίσω | να έχεις αποθερίσει / να αποθερίζεις / να αποθερίσεις | να έχει αποθερίσει / να αποθερίζει / να αποθερίσει | να έχουμε αποθερίσει / να αποθερίζουμε / να αποθερίσουμε | να έχετε αποθερίσει / να αποθερίζετε / να αποθερίσετε | να αποθερίζουν / να αποθερίζουνε / να αποθερίσουν / να αποθερίσουνε |
| Προστακτική | — | αποθέριζε / αποθέρισε | — | — | αποθερίζετε / αποθερίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →