θερίζω
•
- κόβω τα στάχυα ή χόρτα με δρεπάνι ή μηχανή Βικιλεξικό
- τον Ιούλιο θερίζουν τα σπαρμένα
- 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954.
- μεταφορικάαποκτώ εμπειρίες, απολαμβάνω τα θετικά αποτελέσματα των ενεργειών μου Βικιλεξικό
- ήρθε η ώρα να θερίσομε τους καρπούς των κόπων μας
- σκοτώνω πολλούς ανθρώπους μαζί, αφανίζω Βικιλεξικό
- Η κίτρινη γρίπη θέριζε τον πληθυσμό. Θυμάμαι τον εαυτό μου μικρό παιδί να τρέμει από τα ρίγη του πυρετού και να κρύβεται φοβισμένο κάτω από τα ζεστά σκεπάσματα. (Γιώργος Μανιώτης, Σαράντα Κύματα, Ελληνικά Γράμματα, 2005, σελ. 18)
- ο μεθυσμένος οδηγός θέρισε τους πεζούς
- προκαλώ ένα ισχυρό σωματικό πόνο Βικιλεξικό
- με θερίζει το στομάχι μου
- ειδικότεραπροκαλώ διάρροια Βικιλεξικό
- τον θέρισε το φαγητό της καντίνας
Ετυμολογία
θερίζω < αρχαία ελληνική θερίζω < θέρος < πρωτοελληνική *tʰéros < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷʰéros (ζέστη, ζεστός καιρός) < *gʷʰer- (ζεστός)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | θερίζω | θερίζεις | θερίζει | θερίζουμε | θερίζετε | θερίζουν / θερίζουνε |
| Παρατατικός | θέριζα | θέριζες | θέριζε | θερίζαμε | θερίζατε | θέριζαν / θερίζαν / θερίζανε |
| Αόριστος | θέρισα | θέρισες | θέρισε | θερίσαμε | θερίσατε | θέρισαν / θερίσαν / θερίσανε |
| Μέλλοντας | θα θερίζω / θα θερίσω | θα θερίζεις / θα θερίσεις | θα θερίζει / θα θερίσει | θα θερίζουμε / θα θερίσουμε | θα θερίζετε / θα θερίσετε | θα θερίζουν / θα θερίζουνε / θα θερίσουν / θα θερίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω θερίσει | έχεις θερίσει | έχει θερίσει | έχουμε θερίσει | έχετε θερίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα θερίσει | είχες θερίσει | είχε θερίσει | είχαμε θερίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω θερίσει / να θερίζω / να θερίσω | να έχεις θερίσει / να θερίζεις / να θερίσεις | να έχει θερίσει / να θερίζει / να θερίσει | να έχουμε θερίσει / να θερίζουμε / να θερίσουμε | να έχετε θερίσει / να θερίζετε / να θερίσετε | να θερίζουν / να θερίζουνε / να θερίσουν / να θερίσουνε |
| Προστακτική | — | θέριζε / θέρισε | — | — | θερίζετε / θερίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →