Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποθερμαίνω

ρήμα
•
  1. οικονομίαπεριορίζω την οικονομική δραστηριότητα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποθερμαίνω < απο- + θερμαίνω ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική cool down)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαποθερμαίνωαποθερμαίνειςαποθερμαίνειαποθερμαίνουμεαποθερμαίνετεαποθερμαίνουν / αποθερμαίνουνε
Παρατατικόςαποθέρμαινααποθέρμαινεςαποθέρμαινεαποθερμαίναμεαποθερμαίνατεαποθέρμαιναν / αποθερμαίναν / αποθερμαίνανε
Αόριστοςαποθέρμανααποθέρμανεςαποθέρμανεαποθερμάναμεαποθερμάνατεαποθέρμαναν / αποθερμάναν / αποθερμάνανε
Μέλλονταςθα αποθερμάνω / θα αποθερμαίνωθα αποθερμάνεις / θα αποθερμαίνειςθα αποθερμάνει / θα αποθερμαίνειθα αποθερμάνουμε / θα αποθερμαίνουμεθα αποθερμάνετε / θα αποθερμαίνετεθα αποθερμάνουν / θα αποθερμάνουνε / θα αποθερμαίνουν / θα αποθερμαίνουνε
Παρακείμενοςέχω αποθερμάνειέχεις αποθερμάνειέχει αποθερμάνειέχουμε αποθερμάνειέχετε αποθερμάνει—
Υπερσυντέλικοςείχα αποθερμάνειείχες αποθερμάνειείχε αποθερμάνειείχαμε αποθερμάνειείχατε αποθερμάνει—
Υποτακτικήνα έχω αποθερμάνει / να αποθερμάνω / να αποθερμαίνωνα έχεις αποθερμάνει / να αποθερμάνεις / να αποθερμαίνειςνα έχει αποθερμάνει / να αποθερμάνει / να αποθερμαίνεινα έχουμε αποθερμάνει / να αποθερμάνουμε / να αποθερμαίνουμενα έχετε αποθερμάνει / να αποθερμάνετε / να αποθερμαίνετενα αποθερμάνουν / να αποθερμάνουνε / να αποθερμαίνουν / να αποθερμαίνουνε
Προστακτική—αποθέρμαινε / αποθέρμανε——αποθερμάνετε / αποθερμαίνετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →