αποθερμαίνω
•
- οικονομίαπεριορίζω την οικονομική δραστηριότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποθερμαίνω < απο- + θερμαίνω ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική cool down)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποθερμαίνω | αποθερμαίνεις | αποθερμαίνει | αποθερμαίνουμε | αποθερμαίνετε | αποθερμαίνουν / αποθερμαίνουνε |
| Παρατατικός | αποθέρμαινα | αποθέρμαινες | αποθέρμαινε | αποθερμαίναμε | αποθερμαίνατε | αποθέρμαιναν / αποθερμαίναν / αποθερμαίνανε |
| Αόριστος | αποθέρμανα | αποθέρμανες | αποθέρμανε | αποθερμάναμε | αποθερμάνατε | αποθέρμαναν / αποθερμάναν / αποθερμάνανε |
| Μέλλοντας | θα αποθερμάνω / θα αποθερμαίνω | θα αποθερμάνεις / θα αποθερμαίνεις | θα αποθερμάνει / θα αποθερμαίνει | θα αποθερμάνουμε / θα αποθερμαίνουμε | θα αποθερμάνετε / θα αποθερμαίνετε | θα αποθερμάνουν / θα αποθερμάνουνε / θα αποθερμαίνουν / θα αποθερμαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποθερμάνει | έχεις αποθερμάνει | έχει αποθερμάνει | έχουμε αποθερμάνει | έχετε αποθερμάνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποθερμάνει | είχες αποθερμάνει | είχε αποθερμάνει | είχαμε αποθερμάνει | είχατε αποθερμάνει | — |
| Υποτακτική | να έχω αποθερμάνει / να αποθερμάνω / να αποθερμαίνω | να έχεις αποθερμάνει / να αποθερμάνεις / να αποθερμαίνεις | να έχει αποθερμάνει / να αποθερμάνει / να αποθερμαίνει | να έχουμε αποθερμάνει / να αποθερμάνουμε / να αποθερμαίνουμε | να έχετε αποθερμάνει / να αποθερμάνετε / να αποθερμαίνετε | να αποθερμάνουν / να αποθερμάνουνε / να αποθερμαίνουν / να αποθερμαίνουνε |
| Προστακτική | — | αποθέρμαινε / αποθέρμανε | — | — | αποθερμάνετε / αποθερμαίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →