αποθηριώνω
•
- κυριολεκτικάμετατρέπω κάποιον σε θηρίο Βικιλεξικό
- μεταφορικάκάνω κάποιον έξαλλο, τον εξοργίζω υπερβολικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποθηριώνω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀποθηριόω / ἀποθηρι(ῶ) + -ώνω < ἀπο- (απο-) + θηρίον
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποθηριώνω | αποθηριώνεις | αποθηριώνει | αποθηριώνουμε | αποθηριώνετε | αποθηριώνουν / αποθηριώνουνε |
| Παρατατικός | αποθηρίωνα | αποθηρίωνες | αποθηρίωνε | αποθηριώναμε | αποθηριώνατε | αποθηρίωναν / αποθηριώναν / αποθηριώνανε |
| Αόριστος | αποθηρίωσα | αποθηρίωσες | αποθηρίωσε | αποθηριώσαμε | αποθηριώσατε | αποθηρίωσαν / αποθηριώσαν / αποθηριώσανε |
| Μέλλοντας | θα αποθηριώνω / θα αποθηριώσω | θα αποθηριώνεις / θα αποθηριώσεις | θα αποθηριώνει / θα αποθηριώσει | θα αποθηριώνουμε / θα αποθηριώσουμε | θα αποθηριώνετε / θα αποθηριώσετε | θα αποθηριώνουν / θα αποθηριώνουνε / θα αποθηριώσουν / θα αποθηριώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποθηριώσει | έχεις αποθηριώσει | έχει αποθηριώσει | έχουμε αποθηριώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποθηριώσει | είχες αποθηριώσει | είχε αποθηριώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποθηριώσει / να αποθηριώνω / να αποθηριώσω | να έχεις αποθηριώσει / να αποθηριώνεις / να αποθηριώσεις | να έχει αποθηριώσει / να αποθηριώνει / να αποθηριώσει | να έχουμε αποθηριώσει / να αποθηριώνουμε / να αποθηριώσουμε | να αποθηριώνετε / να αποθηριώσετε | να αποθηριώνουν / να αποθηριώνουνε / να αποθηριώσουν / να αποθηριώσουνε |
| Προστακτική | — | αποθηρίωνε / αποθηρίωσε | — | — | αποθηριώνετε / αποθηριώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αποθηριώθηκααποθηριώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →