αποκτηνώνω
•
- μετατρέπω κάποιον σε κτήνος, αλλάζω τους τρόπους του και τους μετατρέπω σε άγριους ή θηριώδεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποκτηνώνω < (ελληνιστική κοινή)/ἀποκτηνῶ < ἀπό + κτῆνος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποκτηνώνω | αποκτηνώνεις | αποκτηνώνει | αποκτηνώνουμε | αποκτηνώνετε | αποκτηνώνουν / αποκτηνώνουνε |
| Παρατατικός | αποκτήνωνα | αποκτήνωνες | αποκτήνωνε | αποκτηνώναμε | αποκτηνώνατε | αποκτήνωναν / αποκτηνώναν / αποκτηνώνανε |
| Αόριστος | αποκτήνωσα | αποκτήνωσες | αποκτήνωσε | αποκτηνώσαμε | αποκτηνώσατε | αποκτήνωσαν / αποκτηνώσαν / αποκτηνώσανε |
| Μέλλοντας | θα αποκτηνώνω / θα αποκτηνώσω | θα αποκτηνώνεις / θα αποκτηνώσεις | θα αποκτηνώνει / θα αποκτηνώσει | θα αποκτηνώνουμε / θα αποκτηνώσουμε | θα αποκτηνώνετε / θα αποκτηνώσετε | θα αποκτηνώνουν / θα αποκτηνώνουνε / θα αποκτηνώσουν / θα αποκτηνώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποκτηνώσει | έχεις αποκτηνώσει | έχει αποκτηνώσει | έχουμε αποκτηνώσει | έχετε αποκτηνώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποκτηνώσει | είχες αποκτηνώσει | είχε αποκτηνώσει | είχαμε αποκτηνώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποκτηνώσει / να αποκτηνώνω / να αποκτηνώσω | να έχεις αποκτηνώσει / να αποκτηνώνεις / να αποκτηνώσεις | να έχει αποκτηνώσει / να αποκτηνώνει / να αποκτηνώσει | να έχουμε αποκτηνώσει / να αποκτηνώνουμε / να αποκτηνώσουμε | να έχετε αποκτηνώσει / να αποκτηνώνετε / να αποκτηνώσετε | να αποκτηνώνουν / να αποκτηνώνουνε / να αποκτηνώσουν / να αποκτηνώσουνε |
| Προστακτική | — | αποκτήνωνε / αποκτήνωσε | — | — | αποκτηνώνετε / αποκτηνώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →