αποθυμώ
•
- ιδιωματικόνοσταλγώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποθυμώ < μεσαιωνική ελληνική αποθυμώ < αρχαία ελληνική ἐπιθυμῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποθυμώ | αποθυμείς | αποθυμεί | αποθυμούμε | αποθυμείτε | αποθυμούν / αποθυμούνε |
| Παρατατικός | αποθυμούσα | αποθυμούσες | αποθυμούσε | αποθυμούσαμε | αποθυμούσατε | αποθυμούσαν / αποθυμούσανε |
| Αόριστος | αποθύμησα | αποθύμησες | αποθύμησε | αποθυμήσαμε | αποθυμήσατε | αποθυμήσαν / αποθυμήσανε / αποθύμησαν |
| Μέλλοντας | θα αποθυμήσω / θα αποθυμώ | θα αποθυμήσεις / θα αποθυμείς | θα αποθυμήσει / θα αποθυμεί | θα αποθυμήσουμε / θα αποθυμούμε | θα αποθυμήσετε / θα αποθυμείτε | θα αποθυμήσουν / θα αποθυμήσουνε / θα αποθυμούν / θα αποθυμούνε |
| Παρακείμενος | έχω αποθυμήσει | έχεις αποθυμήσει | έχει αποθυμήσει | έχουμε αποθυμήσει | έχετε αποθυμήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποθυμήσει | είχες αποθυμήσει | είχε αποθυμήσει | είχαμε αποθυμήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποθυμήσει / να αποθυμήσω / να αποθυμώ | να έχεις αποθυμήσει / να αποθυμήσεις / να αποθυμείς | να έχει αποθυμήσει / να αποθυμήσει / να αποθυμεί | να έχουμε αποθυμήσει / να αποθυμήσουμε / να αποθυμούμε | να έχετε αποθυμήσει / να αποθυμήσετε / να αποθυμείτε | να αποθυμήσουν / να αποθυμήσουνε / να αποθυμούν / να αποθυμούνε |
| Προστακτική | — | αποθύμει / αποθύμησε | — | — | αποθυμήστε / αποθυμείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →