Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποικιοκρατικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την αποικιοκρατία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποικιοκρατικός < αποικιοκρατία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποικιοκρατικόςαποικιοκρατικήαποικιοκρατικό
Γενικήαποικιοκρατικούαποικιοκρατικήςαποικιοκρατικού
Αιτιατικήαποικιοκρατικόαποικιοκρατικήαποικιοκρατικό
Κλητικήαποικιοκρατικέαποικιοκρατικήαποικιοκρατικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποικιοκρατικοίαποικιοκρατικέςαποικιοκρατικά
Γενικήαποικιοκρατικώναποικιοκρατικώναποικιοκρατικών
Αιτιατικήαποικιοκρατικούςαποικιοκρατικέςαποικιοκρατικά
Κλητικήαποικιοκρατικοίαποικιοκρατικέςαποικιοκρατικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →