αποικιοκρατικός
•
- που έχει σχέση με την αποικιοκρατία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποικιοκρατικός < αποικιοκρατία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποικιοκρατικός | αποικιοκρατική | αποικιοκρατικό |
| Γενική | αποικιοκρατικού | αποικιοκρατικής | αποικιοκρατικού |
| Αιτιατική | αποικιοκρατικό | αποικιοκρατική | αποικιοκρατικό |
| Κλητική | αποικιοκρατικέ | αποικιοκρατική | αποικιοκρατικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποικιοκρατικοί | αποικιοκρατικές | αποικιοκρατικά |
| Γενική | αποικιοκρατικών | αποικιοκρατικών | αποικιοκρατικών |
| Αιτιατική | αποικιοκρατικούς | αποικιοκρατικές | αποικιοκρατικά |
| Κλητική | αποικιοκρατικοί | αποικιοκρατικές | αποικιοκρατικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →