Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποικία

/a.piˈci.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. πόλη ή κράτος ή περιοχή που ιδρύεται από άλλη πόλη ή κράτος σε μακρινό τόπο Βικιλεξικό
    • 2002 Ρούσσος Βρανάς, Η άχρονη χώρα, εκδ. Ποταμός, 2002, σελ. 22
  2. ιστορίανέα πόλη που ιδρύεται σε ξένη γη από κατοίκους μιας άλλης πόλης (της μητρόπολης) που μετακινούνται οργανωμένα για τον σκοπό αυτό· η νέα πόλη ήταν ανεξάρτητο κράτος, που διατηρούσε όμως θρησκευτικούς και συναισθηματικούς δεσμούς με την μητρόπολή της Βικιλεξικό
    • Οι Συρακούσες της Σικελίας ήταν αποικία των Κορινθίων.
  3. ιστορίαχώρα εκτός Ευρώπης που κατακτήθηκε από ευρωπαϊκό κράτος και εγκαταστάθηκαν σ' αυτήν Ευρωπαίοι κάτοικοι, οι οποίοι είτε βαθμιαία έγιναν η πλειοψηφία του πληθυσμού είτε παρέμειναν μειοψηφία κρατώντας όμως στα χέρια τους την διοίκηση και τις πλουτοπαραγωγικές πηγές ως εκπρόσωποι της χώρας καταγωγής τους Βικιλεξικό
    • Η Μοζαμβίκη ήταν αποικία της Πορτογαλίας μέχρι το 1975.
  4. βιολογίαπολυκυτταρικός οργανισμός χωρίς δομή, ή με πολύ απλοϊκή δομή Βικιλεξικό
    • Θεωρητικά μια αποικία κυττάρων δεν αποτελείται από επιμέρους οργανίδια, όμως εκτενέστερες μελέτες απέδειξαν ότι το όριο μεταξύ αποικιών και σύνθετων οργανισμών δεν είναι σαφώς διακριτό.

Ετυμολογία

αποικία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀποικία. Νεότερες σημασίες από την γαλλική colonie, αγγλική colony < λατινική colonia. Συγχρονικά αναλύεται σε απ- + οίκ(ος) + -ία.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαποικίααποικίες
Γενικήαποικίαςαποικιών
Αιτιατικήαποικίααποικίες
Κλητικήαποικίααποικίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →