αποικιοκρατία
•
- η επιβολή της βούλησης και η κυριαρχία (σε διάφορα επίπεδα: πολιτικό, οικονομικό κ.λπ.) ισχυρότερων χωρών πάνω σε ασθενέστερες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποικιοκρατία < αποικί(α) + -ο- + -κρατία, απόδοση για την αγγλική colonialism και γαλλική colonialisme
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποικιοκρατία | αποικιοκρατίες |
| Γενική | αποικιοκρατίας | αποικιοκρατιών |
| Αιτιατική | αποικιοκρατία | αποικιοκρατίες |
| Κλητική | αποικιοκρατία | αποικιοκρατίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →