Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποικοδομήσιμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που μπορεί να αποικοδομηθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποικοδομήσιμος < αποικοδομώ + -σιμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποικοδομήσιμοςαποικοδομήσιμηαποικοδομήσιμο
Γενικήαποικοδομήσιμουαποικοδομήσιμηςαποικοδομήσιμου
Αιτιατικήαποικοδομήσιμοαποικοδομήσιμηαποικοδομήσιμο
Κλητικήαποικοδομήσιμεαποικοδομήσιμηαποικοδομήσιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποικοδομήσιμοιαποικοδομήσιμεςαποικοδομήσιμα
Γενικήαποικοδομήσιμωναποικοδομήσιμωναποικοδομήσιμων
Αιτιατικήαποικοδομήσιμουςαποικοδομήσιμεςαποικοδομήσιμα
Κλητικήαποικοδομήσιμοιαποικοδομήσιμεςαποικοδομήσιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →