αποικοδομώ
•
- χημείαδιασπώ μια οργανική ουσία, ώστε τα συστατικά που θα προκύψουν να απορροφηθούν από το περιβάλλον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποικοδομώ < από + οικοδομώ < (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική abbauen
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποικοδομώ | αποικοδομείς | αποικοδομεί | αποικοδομούμε | αποικοδομείτε | αποικοδομούν / αποικοδομούνε |
| Παρατατικός | αποικοδομούσα | αποικοδομούσες | αποικοδομούσε | αποικοδομούσαμε | αποικοδομούσατε | αποικοδομούσαν / αποικοδομούσανε |
| Αόριστος | αποικοδόμησα | αποικοδόμησες | αποικοδόμησε | αποικοδομήσαμε | αποικοδομήσατε | αποικοδομήσαν / αποικοδομήσανε / αποικοδόμησαν |
| Μέλλοντας | θα αποικοδομήσω / θα αποικοδομώ | θα αποικοδομήσεις / θα αποικοδομείς | θα αποικοδομήσει / θα αποικοδομεί | θα αποικοδομήσουμε / θα αποικοδομούμε | θα αποικοδομήσετε / θα αποικοδομείτε | θα αποικοδομήσουν / θα αποικοδομήσουνε / θα αποικοδομούν / θα αποικοδομούνε |
| Παρακείμενος | έχω αποικοδομήσει | έχεις αποικοδομήσει | έχει αποικοδομήσει | έχουμε αποικοδομήσει | έχετε αποικοδομήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποικοδομήσει | είχες αποικοδομήσει | είχε αποικοδομήσει | είχαμε αποικοδομήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποικοδομήσει / να αποικοδομήσω / να αποικοδομώ | να έχεις αποικοδομήσει / να αποικοδομήσεις / να αποικοδομείς | να έχει αποικοδομήσει / να αποικοδομήσει / να αποικοδομεί | να έχουμε αποικοδομήσει / να αποικοδομήσουμε / να αποικοδομούμε | να έχετε αποικοδομήσει / να αποικοδομήσετε / να αποικοδομείτε | να αποικοδομήσουν / να αποικοδομήσουνε / να αποικοδομούν / να αποικοδομούνε |
| Προστακτική | — | αποικοδόμει / αποικοδόμησε | — | — | αποικοδομήστε / αποικοδομείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →