Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποκαίγω

ρήμα
•
  1. καίω τελείως Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποκαίγω < αρχαία ελληνική ἀποκαίω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαποκαίγωαποκαίγειςαποκαίγειαποκαίγουμεαποκαίγετεαποκαίγουν / αποκαίγουνε
Παρατατικόςαπέκαιγααπέκαιγεςαπέκαιγεαποκαίγαμεαποκαίγατεαπέκαιγαν / αποκαίγαν / αποκαίγανε
Αόριστοςαπέκαψααπέκαψεςαπέκαψεαποκάψαμεαποκάψατεαπέκαψαν / αποκάψαν / αποκάψανε
Μέλλονταςθα αποκάψω / θα αποκαίγωθα αποκάψεις / θα αποκαίγειςθα αποκάψει / θα αποκαίγειθα αποκάψουμε / θα αποκαίγουμεθα αποκάψετε / θα αποκαίγετεθα αποκάψουν / θα αποκάψουνε / θα αποκαίγουν / θα αποκαίγουνε
Παρακείμενοςέχω αποκάψειέχεις αποκάψειέχει αποκάψει———
Υπερσυντέλικοςείχα αποκάψειείχες αποκάψειείχε αποκάψει———
Υποτακτικήνα έχω αποκάψει / να αποκάψω / να αποκαίγωνα έχεις αποκάψει / να αποκάψεις / να αποκαίγειςνα έχει αποκάψει / να αποκάψει / να αποκαίγεινα αποκάψουμε / να αποκαίγουμενα αποκάψετε / να αποκαίγετενα αποκάψουν / να αποκάψουνε / να αποκαίγουν / να αποκαίγουνε
Προστακτική—έχε αποκαμένο / απόκαιγε / απόκαψε——αποκάψτε / αποκαίγετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →