αποκαίγω
•
- καίω τελείως Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποκαίγω < αρχαία ελληνική ἀποκαίω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποκαίγω | αποκαίγεις | αποκαίγει | αποκαίγουμε | αποκαίγετε | αποκαίγουν / αποκαίγουνε |
| Παρατατικός | απέκαιγα | απέκαιγες | απέκαιγε | αποκαίγαμε | αποκαίγατε | απέκαιγαν / αποκαίγαν / αποκαίγανε |
| Αόριστος | απέκαψα | απέκαψες | απέκαψε | αποκάψαμε | αποκάψατε | απέκαψαν / αποκάψαν / αποκάψανε |
| Μέλλοντας | θα αποκάψω / θα αποκαίγω | θα αποκάψεις / θα αποκαίγεις | θα αποκάψει / θα αποκαίγει | θα αποκάψουμε / θα αποκαίγουμε | θα αποκάψετε / θα αποκαίγετε | θα αποκάψουν / θα αποκάψουνε / θα αποκαίγουν / θα αποκαίγουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποκάψει | έχεις αποκάψει | έχει αποκάψει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποκάψει | είχες αποκάψει | είχε αποκάψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποκάψει / να αποκάψω / να αποκαίγω | να έχεις αποκάψει / να αποκάψεις / να αποκαίγεις | να έχει αποκάψει / να αποκάψει / να αποκαίγει | να αποκάψουμε / να αποκαίγουμε | να αποκάψετε / να αποκαίγετε | να αποκάψουν / να αποκάψουνε / να αποκαίγουν / να αποκαίγουνε |
| Προστακτική | — | έχε αποκαμένο / απόκαιγε / απόκαψε | — | — | αποκάψτε / αποκαίγετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →