αποκαίω
•
- καίω τελείως Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποκαίω < αρχαία ελληνική ἀποκαίω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποκαίω | αποκαίεις | αποκαίει | αποκαίουμε | αποκαίετε | αποκαίουν / αποκαίουνε |
| Παρατατικός | απέκαια | απέκαιες | απέκαιε | αποκαίαμε | αποκαίατε | απέκαιαν / αποκαίαν / αποκαίανε |
| Αόριστος | απέκαψα | απέκαψες | απέκαψε | αποκάψαμε | αποκάψατε | απέκαψαν / αποκάψαν / αποκάψανε |
| Μέλλοντας | θα αποκάψω / θα αποκαίω | θα αποκάψεις / θα αποκαίεις | θα αποκάψει / θα αποκαίει | θα αποκάψουμε / θα αποκαίουμε | θα αποκάψετε / θα αποκαίετε | θα αποκάψουν / θα αποκάψουνε / θα αποκαίουν / θα αποκαίουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποκάψει | έχεις αποκάψει | έχει αποκάψει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποκάψει | είχες αποκάψει | είχε αποκάψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποκάψει / να αποκάψω / να αποκαίω | να έχεις αποκάψει / να αποκάψεις / να αποκαίεις | να έχει αποκάψει / να αποκάψει / να αποκαίει | να αποκάψουμε / να αποκαίουμε | να αποκάψετε / να αποκαίετε | να αποκάψουν / να αποκάψουνε / να αποκαίουν / να αποκαίουνε |
| Προστακτική | — | έχε αποκαμένο / απόκαιε / απόκαψε | — | — | αποκάψτε / αποκαίετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →