Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποκεί

επίρρημα
•
  1. λαϊκότροποδηλώνει κίνηση, προέλευση ή κατεύθυνση από έναν ορισμένο –προαναφερθέντα ή ευνόητο– τόπο προς άλλον Βικιλεξικό
  2. δηλώνει χρονική αφετηρία, είτε άμεση (στη σειρά γεγονότων), είτε συνεχή (ως έκφραση μετεξέλιξης ή συνέχειας) Βικιλεξικό
  3. επιδεικτικάχρησιμοποιείται σε φράσεις που εκφράζουν ενόχληση ή απαξίωση για κάποιο πρόσωπο, τοποθετώντας το συμβολικά «εκεί μακριά» Βικιλεξικό
    • Άντε αποκεί που ʼρθες!
  4. ως επιθετικός προσδιορισμός κατά προσδιορισμό τόπου ή κατεύθυνσηςχρησιμοποιείται για να δηλώσει το αντίθετο ή απομακρυσμένο μέρος σε σχέση με το οπτικό ή αφηγηματικό παρόν Βικιλεξικό
    • Η αποκεί πλευρά του δρόμου.

Ετυμολογία

αποκεί < μεσαιωνική ελληνική ἀποκεῖ < αρχαία ελληνική ἀπό + ἐκεῖ

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →