αποκεί
•
- λαϊκότροποδηλώνει κίνηση, προέλευση ή κατεύθυνση από έναν ορισμένο –προαναφερθέντα ή ευνόητο– τόπο προς άλλον Βικιλεξικό
- δηλώνει χρονική αφετηρία, είτε άμεση (στη σειρά γεγονότων), είτε συνεχή (ως έκφραση μετεξέλιξης ή συνέχειας) Βικιλεξικό
- επιδεικτικάχρησιμοποιείται σε φράσεις που εκφράζουν ενόχληση ή απαξίωση για κάποιο πρόσωπο, τοποθετώντας το συμβολικά «εκεί μακριά» Βικιλεξικό
- Άντε αποκεί που ʼρθες!
- ως επιθετικός προσδιορισμός κατά προσδιορισμό τόπου ή κατεύθυνσηςχρησιμοποιείται για να δηλώσει το αντίθετο ή απομακρυσμένο μέρος σε σχέση με το οπτικό ή αφηγηματικό παρόν Βικιλεξικό
- Η αποκεί πλευρά του δρόμου.
Ετυμολογία
αποκεί < μεσαιωνική ελληνική ἀποκεῖ < αρχαία ελληνική ἀπό + ἐκεῖ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →