Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κίνηση

/ˈci.ni.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. φυσικήτο αποτέλεσμα της χρονικής εντροπίας Βικιλεξικό
  2. η κυκλοφορία των οχημάτων Βικιλεξικό
    • Παρακολουθούσα απ' το παράθυρο την κίνηση του δρόμου. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)
  3. κατ’ επέκτασηο μεγάλος ή και υπερβολικός αριθμός οχημάτων που κυκλοφορούν σε μια δεδομένη στιγμή Βικιλεξικό
    • βρήκα κίνηση και άργησα
    • Πολλές φορές όταν κάθομαι στο μπαλκόνι προσπαθώ να γίνω παρατηρητής των μελλοντικών χρόνων. Εγώ θα 'μαι ένας κωλόγερος των ογδόντα. Θα κάθομαι εδώ, στην ίδια θέση. Η γελάδα απέναντι θα 'χει πεθάνει. Το ρέμα θα 'χει σκεπαστεί και θα 'χει γίνει ένας απαίσιος σε κίνηση γκρίζος δρόμος. (Συλλογικό έργο, επιμέλεια Ιωάννης Χασιώτης, Τοις αγαθοίς βασιλεύουσα: Θεσσαλονίκη, ιστορία και πολιτισμός, Παρατηρητής, 1997, σελ. 407)
  4. η πρωτοβουλία Βικιλεξικό
    • έκανα την κίνηση και της μίλησα
  5. το δυναμικό κίνημα, οργάνωση ανθρώπων που κάτι θέλουν να αλλάξουν· κίνημα με έμφαση στην πρωτοβουλία αλλαγής (ενίοτε χρησιμοποιείται ως ονοματολογική διαφοροποίηση από άλλα κινήματα, οργανώσεις, συνδέσμους κτλ) Βικιλεξικό
    • κίνηση πολιτών, κίνηση πολιτών τάδε

Ετυμολογία

κίνηση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κίνη(σις) + -ση < κινέω, κινῶ (κινώ) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική mouvement

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκίνησηκινήσεις
Γενικήκίνησηςκινήσεων
Αιτιατικήκίνησηκινήσεις
Κλητικήκίνησηκινήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →