κίνηση
•
- φυσικήτο αποτέλεσμα της χρονικής εντροπίας Βικιλεξικό
- η κυκλοφορία των οχημάτων Βικιλεξικό
- Παρακολουθούσα απ' το παράθυρο την κίνηση του δρόμου. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)
- κατ’ επέκτασηο μεγάλος ή και υπερβολικός αριθμός οχημάτων που κυκλοφορούν σε μια δεδομένη στιγμή Βικιλεξικό
- βρήκα κίνηση και άργησα
- Πολλές φορές όταν κάθομαι στο μπαλκόνι προσπαθώ να γίνω παρατηρητής των μελλοντικών χρόνων. Εγώ θα 'μαι ένας κωλόγερος των ογδόντα. Θα κάθομαι εδώ, στην ίδια θέση. Η γελάδα απέναντι θα 'χει πεθάνει. Το ρέμα θα 'χει σκεπαστεί και θα 'χει γίνει ένας απαίσιος σε κίνηση γκρίζος δρόμος. (Συλλογικό έργο, επιμέλεια Ιωάννης Χασιώτης, Τοις αγαθοίς βασιλεύουσα: Θεσσαλονίκη, ιστορία και πολιτισμός, Παρατηρητής, 1997, σελ. 407)
- η πρωτοβουλία Βικιλεξικό
- έκανα την κίνηση και της μίλησα
- το δυναμικό κίνημα, οργάνωση ανθρώπων που κάτι θέλουν να αλλάξουν· κίνημα με έμφαση στην πρωτοβουλία αλλαγής (ενίοτε χρησιμοποιείται ως ονοματολογική διαφοροποίηση από άλλα κινήματα, οργανώσεις, συνδέσμους κτλ) Βικιλεξικό
- κίνηση πολιτών, κίνηση πολιτών τάδε
Ετυμολογία
κίνηση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κίνη(σις) + -ση < κινέω, κινῶ (κινώ) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική mouvement
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κίνηση | κινήσεις |
| Γενική | κίνησης | κινήσεων |
| Αιτιατική | κίνηση | κινήσεις |
| Κλητική | κίνηση | κινήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →