αποκοιμιέμαι
•
- περνώ στην κατάσταση του ύπνου Βικιλεξικό
- Δεν πρόλαβε να οριζοντιωθεί κι αποκοιμήθηκε. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)
- συνεκδοχικάσταματώ να ζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποκοιμιέμαι < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἀποκοιμοῦμαι, ἀποκοιμάομαι-ῶμαι + -ιέμαι < ἀπό + κοιμῶμαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποκοιμιέμαι | αποκοιμιέσαι | αποκοιμιέται | αποκοιμιόμαστε | αποκοιμιέστε | αποκοιμιούνται |
| Παρατατικός | αποκοιμιόμουν / αποκοιμιόμουνα | αποκοιμιόσουν / αποκοιμιόσουνα | αποκοιμιόταν / αποκοιμιότανε | αποκοιμιόμασταν / αποκοιμιόμαστε | αποκοιμιόσασταν / αποκοιμιόσαστε | αποκοιμιούνταν / αποκοιμιόνταν / αποκοιμιόντανε / αποκοιμιόντουσαν |
| Αόριστος | αποκοιμήθηκα | αποκοιμήθηκες | αποκοιμήθηκε | αποκοιμηθήκαμε | αποκοιμηθήκατε | αποκοιμήθηκαν / αποκοιμηθήκαν / αποκοιμηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα αποκοιμηθώ / θα αποκοιμιέμαι | θα αποκοιμηθείς / θα αποκοιμιέσαι | θα αποκοιμηθεί / θα αποκοιμιέται | θα αποκοιμηθούμε / θα αποκοιμιόμαστε | θα αποκοιμηθείτε / θα αποκοιμιέστε | θα αποκοιμηθούν / θα αποκοιμηθούνε / θα αποκοιμιούνται |
| Παρακείμενος | έχω αποκοιμηθεί | έχεις αποκοιμηθεί | έχει αποκοιμηθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποκοιμηθεί | είχες αποκοιμηθεί | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποκοιμηθεί / να αποκοιμηθώ / να αποκοιμιέμαι | να έχεις αποκοιμηθεί / να αποκοιμηθείς / να αποκοιμιέσαι | να έχει αποκοιμηθεί / να αποκοιμηθεί / να αποκοιμιέται | να αποκοιμηθούμε / να αποκοιμιόμαστε | να αποκοιμηθείτε / να αποκοιμιέστε | να αποκοιμηθούν / να αποκοιμηθούνε / να αποκοιμιούνται |
| Προστακτική | — | αποκοιμήσου | — | — | αποκοιμηθείτε / αποκοιμιέστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →