Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποκτήνωση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η μετατροπή κάποιου σε κτήνος, η αλλαγή των τρόπων του και η μετατροπή τους σε άγριους ή θηριώδεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποκτήνωση < μεσαιωνική ελληνική ἀποκτήνωσις < (ελληνιστική κοινή)/ἀποκτηνῶ < ἀπό + κτῆνος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαποκτήνωσηαποκτηνώσεις
Γενικήαποκτήνωσηςαποκτηνώσεων
Αιτιατικήαποκτήνωσηαποκτηνώσεις
Κλητικήαποκτήνωσηαποκτηνώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →