απόληψη
•
- η είσπραξη ενός μέρους απ’ το οφειλόμενο ποσό ή από το ποσό που έχει κάποιος σε ένα πιστωτικό ίδρυμα Βικιλεξικό
- η λήψη ενός υλικού από κάποιο σωρό, μείγμα, κράμα ή πέτρωμα, μετά από σχετική επεξεργασία Βικιλεξικό
- Σύμφωνα πάντα με την καταγγελία, το συμπύκνωμα πυριτών Ολυμπιάδας που αποθηκεύεται στη ΒΙ.ΠΕ. Σίνδου δηλώνεται ως «πρώτη ύλη για την παραγωγή διοξειδίου του θείου και θειικού οξέος» και αποκρύπτεται ότι εμπεριέχει χρυσό και άργυρο σε σημαντικές περιεκτικότητες και αποστέλλεται σε μεταλλουργίες της Κίνας για την απόληψη των πολύτιμων μετάλλων. (*)
Ετυμολογία
απόληψη < ελληνιστική κοινή ἀπόληψις < αρχαία ελληνική ἀπολαμβάνω < λαμβάνω (2. (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική recovery)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απόληψη | απολήψεις |
| Γενική | απόληψης | απολήψεων |
| Αιτιατική | απόληψη | απολήψεις |
| Κλητική | απόληψη | απολήψεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →