απολειφάδι
•
- μικρό υπόλειμμα από σαπούνι Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηαπομεινάρι Βικιλεξικό
- μεταφορικάμικρόσωμος άνθρωπος ή καχεκτικός Βικιλεξικό
- μεταφορικάασήμαντο πράγμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απολειφάδι < απο- + αλείφω + -άδι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απολειφάδι | απολειφάδια |
| Γενική | απολειφαδιού | απολειφαδιών |
| Αιτιατική | απολειφάδι | απολειφάδια |
| Κλητική | απολειφάδι | απολειφάδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →