Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απολειφάδι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μικρό υπόλειμμα από σαπούνι Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηαπομεινάρι Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάμικρόσωμος άνθρωπος ή καχεκτικός Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάασήμαντο πράγμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απολειφάδι < απο- + αλείφω + -άδι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαπολειφάδιαπολειφάδια
Γενικήαπολειφαδιούαπολειφαδιών
Αιτιατικήαπολειφάδιαπολειφάδια
Κλητικήαπολειφάδιαπολειφάδια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →