απολειφαδάκι
•
- υποκοριστικό του απολειφάδι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απολειφαδάκι < απολειφάδι + υποκοριστικό επίθημα -άκι < απο- + αλείφω + -άδι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απολειφαδάκι | απολειφαδάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | απολειφαδάκι | απολειφαδάκια |
| Κλητική | απολειφαδάκι | απολειφαδάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →