Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολιτικοποίηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. πολιτικήτο ενδιαφέρον και η ενασχόληση με τα πολιτικά δρώμενα, την πολιτική ζωή γενικότερα (όχι όμως κομματικοποίηση) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πολιτικοποίηση < (πολιτικοποιώ) πολιτικοποιη- + -ση. Μορφολογικά αναλύεται σε πολιτικ(ή) + -ο- + -ποίηση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπολιτικοποίησηπολιτικοποιήσεις
Γενικήπολιτικοποίησηςπολιτικοποιήσεων
Αιτιατικήπολιτικοποίησηπολιτικοποιήσεις
Κλητικήπολιτικοποίησηπολιτικοποιήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →