απολογία
•
- η απόκρουση κατηγορίας σε γραπτό ή προφορικό λόγο Βικιλεξικό
- η προάσπιση του αληθούς, μιας πράξης ή ιδέας Βικιλεξικό
- η υπεράσπιση Βικιλεξικό
- γενικότερααπάντηση, απόκριση Βικιλεξικό
- απολογητικό έργο φιλοσοφικής ή θρησκευτικής διδασκαλίας Βικιλεξικό
- η απολογία του Σωκράτη, οι απολογίες των χριστιανών απολογητών του 2ου αιώνα
Ετυμολογία
απολογία < αρχαία ελληνική ἀπολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απολογία | απολογίες |
| Γενική | απολογίας | απολογιών |
| Αιτιατική | απολογία | απολογίες |
| Κλητική | απολογία | απολογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →