Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απολυτήριος

/a.po.liˈti.ɾi.os/επίθετο, αρσενικό
•
  1. εκπαίδευσηπου έχει σχέση με την ολοκλήρωση των σπουδών μιας σχολικής βαθμίδας, αναφέρεται σ’ αυτή ή αποσκοπεί σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοαπολυτήριο Βικιλεξικό
  3. ουσιαστικοποιημένοαπολυτήριο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απολυτήριος < απολύ(ω) + -τήριος, μεταφραστικό δάνειο από τη γερμανική Εntlassungszeugnis ή αναδρομικός σχηματισμός από το ουδέτερο απολυτήριο < μεσαιωνική ελληνική ἀπολυτήριον

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπολυτήριοςαπολυτήριααπολυτήριο
Γενικήαπολυτήριουαπολυτήριαςαπολυτήριου
Αιτιατικήαπολυτήριοαπολυτήριααπολυτήριο
Κλητικήαπολυτήριεαπολυτήριααπολυτήριο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπολυτήριοιαπολυτήριεςαπολυτήρια
Γενικήαπολυτήριωναπολυτήριωναπολυτήριων
Αιτιατικήαπολυτήριουςαπολυτήριεςαπολυτήρια
Κλητικήαπολυτήριοιαπολυτήριεςαπολυτήρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →