απολυτήριος
•
- εκπαίδευσηπου έχει σχέση με την ολοκλήρωση των σπουδών μιας σχολικής βαθμίδας, αναφέρεται σ’ αυτή ή αποσκοπεί σ’ αυτή Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοαπολυτήριο Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοαπολυτήριο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απολυτήριος < απολύ(ω) + -τήριος, μεταφραστικό δάνειο από τη γερμανική Εntlassungszeugnis ή αναδρομικός σχηματισμός από το ουδέτερο απολυτήριο < μεσαιωνική ελληνική ἀπολυτήριον
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απολυτήριος | απολυτήρια | απολυτήριο |
| Γενική | απολυτήριου | απολυτήριας | απολυτήριου |
| Αιτιατική | απολυτήριο | απολυτήρια | απολυτήριο |
| Κλητική | απολυτήριε | απολυτήρια | απολυτήριο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απολυτήριοι | απολυτήριες | απολυτήρια |
| Γενική | απολυτήριων | απολυτήριων | απολυτήριων |
| Αιτιατική | απολυτήριους | απολυτήριες | απολυτήρια |
| Κλητική | απολυτήριοι | απολυτήριες | απολυτήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →