Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απολύω

ρήμα
•
  1. διώχνω εργαζόμενο από την εργασία του (μόνιμα) Βικιλεξικό
  2. αποφυλακίζω, απελευθερώνω Βικιλεξικό
    • Της είχαν τηλεφωνήσει πως τον είχαν απολύσει απ’ τις φυλακές της Αίγινας. (Τάσος Αθανασιάδης (1984) Οι τελευταίοι εγγονοί [μυθιστόρημα])
  3. λήγει η θητεία ενός στρατιώτη και του χορηγώ απολυτήριο Βικιλεξικό
  4. για μαθητή που περατώνει τις σπουδές μιας σχολικής βαθμίδαςχορηγώ απολυτήριο επιτρέποντάς του να συνεχίσει στην επόμενη βαθμίδα εκπαίδευσης Βικιλεξικό
  5. λαϊκότροποπερατώνω της Θεία Λειτουργία (η άλλης ακολουθία) και συνακόλουθα αποπέμπω τους πιστούς από το ναό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

1,2,3 απολύω < αρχαία ελληνική ἀπολύω < ἀπό + λύω < (σημασιολογικό δάνειο) γερμανική entlassen :4. απολύω < μεσαιωνική ελληνική ἀπολύω < αρχαία ελληνική ἀπολύω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαπολύωαπολύειςαπολύειαπολύουμεαπολύετεαπολύουν / απολύουνε
Παρατατικόςαπέλυααπέλυεςαπέλυεαπολύαμεαπολύατεαπέλυαν / απολύαν / απολύανε
Αόριστοςαπέλυσααπέλυσεςαπέλυσεαπολύσαμεαπολύσατεαπέλυσαν / απολύσαν / απολύσανε
Μέλλονταςθα απολύσω / θα απολύωθα απολύεις / θα απολύσειςθα απολύει / θα απολύσειθα απολύουμε / θα απολύσουμεθα απολύετε / θα απολύσετεθα απολύουν / θα απολύουνε / θα απολύσουν / θα απολύσουνε
Παρακείμενοςέχω απολύσειέχεις απολύσειέχει απολύσει———
Υπερσυντέλικοςείχα απολύσειείχες απολύσειείχε απολύσει———
Υποτακτικήνα έχω απολύσει / να απολύσω / να απολύωνα έχεις απολύσει / να απολύεις / να απολύσειςνα έχει απολύσει / να απολύει / να απολύσεινα απολύουμε / να απολύσουμενα απολύετε / να απολύσετενα απολύουν / να απολύουνε / να απολύσουν / να απολύσουνε
Προστακτική—έχε απολυμένο / απόλυε / απόλυσε——απολύετε / απολύστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →