Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απολυταρχία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. πολιτικήολοκληρωτικό καθεστώς στο οποίο όλες οι εξουσίες (εκτελεστική,νομοθετική, δικαστική) είναι συγκεντρωμένες σε μία, υπό τον έλεγχο του μονάρχη. Ο μονάρχης δεν εκλέγεται, αλλάζει συνήθως από πατέρα σε γιο. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απολυταρχία < απόλυτος + -αρχία (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική absolutisme)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαπολυταρχίααπολυταρχίες
Γενικήαπολυταρχίαςαπολυταρχιών
Αιτιατικήαπολυταρχίααπολυταρχίες
Κλητικήαπολυταρχίααπολυταρχίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →