Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απομάγευση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. φιλοσοφίαη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του απομαγεύω, η επικράτηση του ορθολογισμού αντί για τις θρησκευτικές δοξασίες, το ξεμάγεμα Βικιλεξικό
    • Αν τα προϊόντα της πολιτιστικής βιομηχανίας επαναμαγεύουν τον εξορθολογισμένο κόσμο μέσω του τεχνικού τους ορθολογισμού, για τα έργα τέχνης που μπορούν να ονομαστούν αυθεντικά ο Αντόρνο θεωρεί ότι «η μαγεία του συνιστά απομάγευση».
    • σύμφωνα με την ερμη­νεία που δίνει ο Μαξ Βέμπερ, η έκφραση απομάγευση του κόσμουEntzauberung der Welt στα γερμανικά. έχει μια πολύ συγκεκριμένη ερμηνεία, που είναι «ο εξοβελισμός της μαγείας ως τε­χνικής σωτηρίας».

Ετυμολογία

απομάγευση < απομαγεύω + -ση (μορφολογικά αναλύεται σε: απο- + μάγευση), γερμανική Entzauberung, όρος που δανείστηκε και χρησιμοποίησε κοινωνιολογικά ο Μαξ Βέμπερ (1864–1920) από τον Φρίντριχ Σίλερ (1759–1805)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαπομάγευσηαπομαγεύσεις
Γενικήαπομάγευσηςαπομαγεύσεων
Αιτιατικήαπομάγευσηαπομαγεύσεις
Κλητικήαπομάγευσηαπομαγεύσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →