απομαγεύω
•
- λόγιοαφαιρώ τη «μαγεία», τη γοητεία· απομακρύνω το απατηλό ή το ανορθολογικό στοιχείο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απομαγεύω < απο- + μαγεύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απομαγεύω | απομαγεύεις | απομαγεύει | απομαγεύουμε | απομαγεύετε | απομαγεύουν / απομαγεύουνε |
| Παρατατικός | απομάγευα | απομάγευες | απομάγευε | απομαγεύαμε | απομαγεύατε | απομάγευαν / απομαγεύαν / απομαγεύανε |
| Αόριστος | απομάγεψα | απομάγεψες | απομάγεψε | απομαγέψαμε | απομαγέψατε | απομάγεψαν / απομαγέψαν / απομαγέψανε |
| Μέλλοντας | θα απομαγέψω / θα απομαγεύω | θα απομαγέψεις / θα απομαγεύεις | θα απομαγέψει / θα απομαγεύει | θα απομαγέψουμε / θα απομαγεύουμε | θα απομαγέψετε / θα απομαγεύετε | θα απομαγέψουν / θα απομαγέψουνε / θα απομαγεύουν / θα απομαγεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω απομαγέψει | έχεις απομαγέψει | έχει απομαγέψει | έχουμε απομαγέψει | έχετε απομαγέψει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απομαγέψει | είχες απομαγέψει | είχε απομαγέψει | είχαμε απομαγέψει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω απομαγέψει / να απομαγέψω / να απομαγεύω | να έχεις απομαγέψει / να απομαγέψεις / να απομαγεύεις | να έχει απομαγέψει / να απομαγέψει / να απομαγεύει | να έχουμε απομαγέψει / να απομαγέψουμε / να απομαγεύουμε | να έχετε απομαγέψει / να απομαγέψετε / να απομαγεύετε | να απομαγέψουν / να απομαγέψουνε / να απομαγεύουν / να απομαγεύουνε |
| Προστακτική | — | απομάγευε / απομάγεψε | — | — | απομαγέψτε / απομαγεύετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →