Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απομένω

ρήμα
•
  1. μένω ως υπόλειμμα, ως υπόλοιπο Βικιλεξικό
  2. μένει μια μικρή ποσότητα από κάτι που έχει μειωθεί Βικιλεξικό
    • Όταν θνήσκει ο άλλος, θνήσκει και ένα κομμάτι του εαυτού μας. Θνήσκει το κομμάτι της τρέχουσας καθημερινότητας και ο μελλοντικός εαυτός μας, δηλαδή οι προσδοκίες που είχαμε για όσα θα ζούσαμε μαζί και αυτοί που θα γινόμασταν μαζί, ο ένας για χάρη του άλλου. Γι’ αυτούς τους λόγους με κάθε απώλεια απομένουμε λιγότεροι. (Ο θάνατος του άλλου είναι και δικός μας θάνατος … ,αλλά και περί του νοήματος της ζωής, Απόσπασμα συνέντευξης του Θεοφάνη Τάση στον Γιάννη Πανταζόπουλο, lecturesbureau.gr, 29/8/2018 https://www.lecturesbureau.gr/1/%CE%BF-%CE%B8%CE%AC%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CF%85-%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CE%B9-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82-%CE%BC%CE%B1/)

Ετυμολογία

απομένω < (ελληνιστική κοινή) < ἀπό + αρχαία ελληνική μένω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαπομένωαπομένειςαπομένειαπομένουμεαπομένετεαπομένουν / απομένουνε
Παρατατικόςαπέμενααπέμενεςαπέμενεαπομέναμεαπομένατεαπέμεναν / απομέναν / απομένανε
Αόριστοςαπέμεινααπέμεινεςαπέμεινεαπομείναμεαπομείνατεαπέμειναν / απομείναν / απομείνανε
Μέλλονταςθα απομένω / θα απομείνωθα απομένεις / θα απομείνειςθα απομένει / θα απομείνειθα απομένουμε / θα απομείνουμεθα απομένετε / θα απομείνετεθα απομένουν / θα απομένουνε / θα απομείνουν / θα απομείνουνε
Παρακείμενοςέχω απομείνειέχεις απομείνειέχει απομείνειέχουμε απομείνει——
Υπερσυντέλικοςείχα απομείνειείχες απομείνειείχε απομείνει———
Υποτακτικήνα έχω απομείνει / να απομένω / να απομείνωνα έχεις απομείνει / να απομένεις / να απομείνειςνα έχει απομείνει / να απομένει / να απομείνεινα έχουμε απομείνει / να απομένουμε / να απομείνουμενα απομένετε / να απομείνετενα απομένουν / να απομένουνε / να απομείνουν / να απομείνουνε
Προστακτική—απόμεινε / απόμενε——απομένετε / απομείντε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →