Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απομένων

ρήμα, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου απομένει, που περισσεύει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απομένων < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀπομένων, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ἀπομένω

Άλλοι τύποι

απομένοναπομένοντααπομένοντεςαπομένοντοςαπομένουσααπομένουσαςαπομένουσεςαπομένωναπομενουσώναπομενούσηςαπομενόντων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →