Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απόμακρος

/aˈpo.ma.kɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι, βρίσκεται ή (προ)έρχεται (από) μακριά Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάσυναισθηματικά απομακρυσμένος, ψυχρός, αδιάφορος ή χωρίς αισθήματα Βικιλεξικό
    • Στο μαγαζί άρχισαν οι πελάτες να αραιώνουν. Ακόμη και οι πιο επιεικείς δεν άντεχαν την περίεργη, απόμακρη, σχεδόν απόκοσμη συμπεριφορά του. Ο πάντα ευπροσήγορος Θεοφάνης, ο ευπρεπής, να έχει γίνει απόκοσμος. (Νίκος Θέμελης, Για μια συντροφιά ανάμεσά μας, εκδ. Μεταίχμιο, 2024)
    • Δεν ήξερε και δεν ήθελε να πουλάει τον εαυτό του. Όλοι έλεγαν πως είναι περίπλοκο ον, ψυχρός, μπλαζέ, απόμακρος, κίλερ επαγγελματίας, φραγκοφονιάς. Κι όμως, αποδείχτηκε πιο αισθαντικός και πιο μπεσαλής από όλους. (Στέφανος Τσιτσόπουλος, Ροκ σταρ, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)

Ετυμολογία

απόμακρος < μεσαιωνική ελληνική ἀπόμακρα + -ος.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπόμακροςαπόμακρηαπόμακρο
Γενικήαπόμακρουαπόμακρηςαπόμακρου
Αιτιατικήαπόμακροαπόμακρηαπόμακρο
Κλητικήαπόμακρεαπόμακρηαπόμακρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπόμακροιαπόμακρεςαπόμακρα
Γενικήαπόμακρωναπόμακρωναπόμακρων
Αιτιατικήαπόμακρουςαπόμακρεςαπόμακρα
Κλητικήαπόμακροιαπόμακρεςαπόμακρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →