απομακρύνω
•
- διώχνω κάποιον από κάπου, τον μετακινώ (πιο) μακριά Βικιλεξικό
- Καλό είναι να τα μάθει από σένα πρώτα. Έπειτα είναι ανάγκη να τον απομακρύνομε από δω τώρα, αν μαγειρεύεται καμιά προδοσία. (Πηνελόπη Δέλτα, Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου, Κεφάλαιο ΙΕ, 1911)
- διώχνω, απολύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απομακρύνω < μεσαιωνική ελληνική ἀπομακρύνω < ἀπό + (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική μακρός
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απομακρύνω | απομακρύνεις | απομακρύνει | απομακρύνουμε | απομακρύνετε | απομακρύνουν / απομακρύνουνε |
| Παρατατικός | απομάκρυνα / απομακρυνόμουνα | απομάκρυνες / απομακρυνόσουνα | απομάκρυνε / απομακρυνότανε | απομακρύναμε | απομακρύνατε | απομάκρυναν / απομακρύναν / απομακρύνανε |
| Αόριστος | απομάκρυνα | απομάκρυνες | απομάκρυνε | απομακρύναμε | απομακρύνατε | απομάκρυναν / απομακρύναν / απομακρύνανε |
| Μέλλοντας | θα απομακρύνω | θα απομακρύνεις | θα απομακρύνει | θα απομακρύνουμε | θα απομακρύνετε | θα απομακρύνουν / θα απομακρύνουνε |
| Παρακείμενος | έχω απομακρύνει | έχεις απομακρύνει | έχει απομακρύνει | έχουμε απομακρύνει | έχετε απομακρύνει | έχουν απομακρύνει |
| Υπερσυντέλικος | είχα απομακρύνει | είχες απομακρύνει | είχε απομακρύνει | είχαμε απομακρύνει | είχατε απομακρύνει | είχαν απομακρύνει |
| Υποτακτική | να έχω απομακρύνει / να απομακρύνω | να έχεις απομακρύνει / να απομακρύνεις | να έχει απομακρύνει / να απομακρύνει | να έχουμε απομακρύνει / να απομακρύνουμε | να έχετε απομακρύνει / να απομακρύνετε | να έχουν απομακρύνει / να απομακρύνουν / να απομακρύνουνε |
| Προστακτική | — | απομάκρυνε / απομακρύνου | — | — | απομακρύνέτε / απομακρύνετε | — |
Μεσοπαθητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απομακρύνομαι | απομακρύνεσαι | απομακρύνεται | απομακρυνόμαστε | — | — |
| Παρατατικός | απομακρυνόμουν | απομακρυνόσουν | απομακρυνόταν | απομακρυνόμασταν / απομακρυνόμαστε | — | — |
| Μέλλοντας | θα απομακρύνομαι | θα απομακρύνεσαι | θα απομακρύνεται | θα απομακρυνόμαστε | — | — |
| Υποτακτική | να απομακρύνομαι | να απομακρύνεσαι | να απομακρύνεται | να απομακρυνόμαστε | — | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →