Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποναρκοθέτηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. στρατιωτικός όροςη αφαίρεση ή η απομάκρυνση ναρκών που έχουν τοποθετηθεί σε μία περιοχή Βικιλεξικό
    • Η απάτη αφορά στη χρηματοδότηση Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης (ΜΚΟ) από το υπουργείο Εξωτερικών, η οποία είχε ως ειδικότερο αντικείμενο την αποναρκοθέτηση περιοχών, σε τρίτες χώρες και ειδικότερα στη Βοσνία- Ερζεγοβίνη, το Λίβανο και το Ιράκ. (*)

Ετυμολογία

αποναρκοθέτηση < από + ναρκοθέτηση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαποναρκοθέτησηαποναρκοθετήσεις
Γενικήαποναρκοθέτησηςαποναρκοθετήσεων
Αιτιατικήαποναρκοθέτησηαποναρκοθετήσεις
Κλητικήαποναρκοθέτησηαποναρκοθετήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →