αποναρκωτικός
•
- που έχει σχέση με την απονάρκωση, αναφέρεται σ’ αυτήν ή την προκαλεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποναρκωτικός < αποναρκώνω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποναρκωτικός | αποναρκωτική | αποναρκωτικό |
| Γενική | αποναρκωτικού | αποναρκωτικής | αποναρκωτικού |
| Αιτιατική | αποναρκωτικό | αποναρκωτική | αποναρκωτικό |
| Κλητική | αποναρκωτικέ | αποναρκωτική | αποναρκωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποναρκωτικοί | αποναρκωτικές | αποναρκωτικά |
| Γενική | αποναρκωτικών | αποναρκωτικών | αποναρκωτικών |
| Αιτιατική | αποναρκωτικούς | αποναρκωτικές | αποναρκωτικά |
| Κλητική | αποναρκωτικοί | αποναρκωτικές | αποναρκωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →