αποναρκώνω
•
- ναρκώνω (βαθιά) κάποιον, τον ρίχνω σε (βαθιά) νάρκη Βικιλεξικό
- μεταφορικάαποκοιμίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποναρκώνω < μεσαιωνική ελληνική αποναρκώ < αρχαία ελληνική ἀποναρκοῦμαι (2.σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική engourdir)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποναρκώνω | αποναρκώνεις | αποναρκώνει | αποναρκώνουμε | αποναρκώνετε | αποναρκώνουν / αποναρκώνουνε |
| Παρατατικός | απονάρκωνα | απονάρκωνες | απονάρκωνε | αποναρκώναμε | αποναρκώνατε | απονάρκωναν / αποναρκώναν / αποναρκώνανε |
| Αόριστος | απονάρκωσα | απονάρκωσες | απονάρκωσε | αποναρκώσαμε | αποναρκώσατε | απονάρκωσαν / αποναρκώσαν / αποναρκώσανε |
| Μέλλοντας | θα αποναρκώνω / θα αποναρκώσω | θα αποναρκώνεις / θα αποναρκώσεις | θα αποναρκώνει / θα αποναρκώσει | θα αποναρκώνουμε / θα αποναρκώσουμε | θα αποναρκώνετε / θα αποναρκώσετε | θα αποναρκώνουν / θα αποναρκώνουνε / θα αποναρκώσουν / θα αποναρκώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποναρκώσει | έχεις αποναρκώσει | έχει αποναρκώσει | έχουμε αποναρκώσει | έχετε αποναρκώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποναρκώσει | είχες αποναρκώσει | είχε αποναρκώσει | είχαμε αποναρκώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποναρκώσει / να αποναρκώνω / να αποναρκώσω | να έχεις αποναρκώσει / να αποναρκώνεις / να αποναρκώσεις | να έχει αποναρκώσει / να αποναρκώνει / να αποναρκώσει | να έχουμε αποναρκώσει / να αποναρκώνουμε / να αποναρκώσουμε | να έχετε αποναρκώσει / να αποναρκώνετε / να αποναρκώσετε | να αποναρκώνουν / να αποναρκώνουνε / να αποναρκώσουν / να αποναρκώσουνε |
| Προστακτική | — | απονάρκωνε / απονάρκωσε | — | — | αποναρκώνετε / αποναρκώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →