απονεκρωτικός
•
- που έχει σχέση με την απονέκρωση, αναφέρεται σ’ αυτήν ή την προκαλεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απονεκρωτικός < απονεκρώνω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απονεκρωτικός | απονεκρωτική | απονεκρωτικό |
| Γενική | απονεκρωτικού | απονεκρωτικής | απονεκρωτικού |
| Αιτιατική | απονεκρωτικό | απονεκρωτική | απονεκρωτικό |
| Κλητική | απονεκρωτικέ | απονεκρωτική | απονεκρωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απονεκρωτικοί | απονεκρωτικές | απονεκρωτικά |
| Γενική | απονεκρωτικών | απονεκρωτικών | απονεκρωτικών |
| Αιτιατική | απονεκρωτικούς | απονεκρωτικές | απονεκρωτικά |
| Κλητική | απονεκρωτικοί | απονεκρωτικές | απονεκρωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →