Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απονεκρωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την απονέκρωση, αναφέρεται σ’ αυτήν ή την προκαλεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απονεκρωτικός < απονεκρώνω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπονεκρωτικόςαπονεκρωτικήαπονεκρωτικό
Γενικήαπονεκρωτικούαπονεκρωτικήςαπονεκρωτικού
Αιτιατικήαπονεκρωτικόαπονεκρωτικήαπονεκρωτικό
Κλητικήαπονεκρωτικέαπονεκρωτικήαπονεκρωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπονεκρωτικοίαπονεκρωτικέςαπονεκρωτικά
Γενικήαπονεκρωτικώναπονεκρωτικώναπονεκρωτικών
Αιτιατικήαπονεκρωτικούςαπονεκρωτικέςαπονεκρωτικά
Κλητικήαπονεκρωτικοίαπονεκρωτικέςαπονεκρωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →