απονεκρώνω
•
- κάνω κάτι νεκρό, το νεκρώνω Βικιλεξικό
- μεταφορικάκαταστρέφω εντελώς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απονεκρώνω < αρχαία ελληνική ἀπονεκρόω / ἀπονεκρῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απονεκρώνω | απονεκρώνεις | απονεκρώνει | απονεκρώνουμε | απονεκρώνετε | απονεκρώνουν / απονεκρώνουνε |
| Παρατατικός | απονέκρωνα | απονέκρωνες | απονέκρωνε | απονεκρώναμε | απονεκρώνατε | απονέκρωναν / απονεκρώναν / απονεκρώνανε |
| Αόριστος | απονέκρωσα | απονέκρωσες | απονέκρωσε | απονεκρώσαμε | απονεκρώσατε | απονέκρωσαν / απονεκρώσαν / απονεκρώσανε |
| Μέλλοντας | θα απονεκρώνω / θα απονεκρώσω | θα απονεκρώνεις / θα απονεκρώσεις | θα απονεκρώνει / θα απονεκρώσει | θα απονεκρώνουμε / θα απονεκρώσουμε | θα απονεκρώνετε / θα απονεκρώσετε | θα απονεκρώνουν / θα απονεκρώνουνε / θα απονεκρώσουν / θα απονεκρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω απονεκρώσει | έχεις απονεκρώσει | έχει απονεκρώσει | έχουμε απονεκρώσει | έχετε απονεκρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απονεκρώσει | είχες απονεκρώσει | είχε απονεκρώσει | είχαμε απονεκρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω απονεκρώσει / να απονεκρώνω / να απονεκρώσω | να έχεις απονεκρώσει / να απονεκρώνεις / να απονεκρώσεις | να έχει απονεκρώσει / να απονεκρώνει / να απονεκρώσει | να έχουμε απονεκρώσει / να απονεκρώνουμε / να απονεκρώσουμε | να έχετε απονεκρώσει / να απονεκρώνετε / να απονεκρώσετε | να απονεκρώνουν / να απονεκρώνουνε / να απονεκρώσουν / να απονεκρώσουνε |
| Προστακτική | — | απονέκρωνε / απονέκρωσε | — | — | απονεκρώνετε / απονεκρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →