απονευρωτικός
•
- που σχετίζεται με την απονεύρωση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απονευρωτικός < απονευρώνω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απονευρωτικός | απονευρωτική | απονευρωτικό |
| Γενική | απονευρωτικού | απονευρωτικής | απονευρωτικού |
| Αιτιατική | απονευρωτικό | απονευρωτική | απονευρωτικό |
| Κλητική | απονευρωτικέ | απονευρωτική | απονευρωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απονευρωτικοί | απονευρωτικές | απονευρωτικά |
| Γενική | απονευρωτικών | απονευρωτικών | απονευρωτικών |
| Αιτιατική | απονευρωτικούς | απονευρωτικές | απονευρωτικά |
| Κλητική | απονευρωτικοί | απονευρωτικές | απονευρωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →