απονευρώνω
•
- ιατρικήαποσυνδέω κάτι από το νευρικό σύστημα Βικιλεξικό
- μεταφορικάαποδυναμώνω, εξασθενίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απονευρώνω < (ελληνιστική κοινή) / ἀπονευροῦμαι < ἀπό + αρχαία ελληνική νεῦρον
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απονευρώνω | απονευρώνεις | απονευρώνει | απονευρώνουμε | απονευρώνετε | απονευρώνουν / απονευρώνουνε |
| Παρατατικός | απονεύρωνα | απονεύρωνες | απονεύρωνε | απονευρώναμε | απονευρώνατε | απονευρώναν / απονευρώνανε / απονεύρωναν |
| Αόριστος | απονεύρωσα | απονεύρωσες | απονεύρωσε | απονευρώσαμε | απονευρώσατε | απονευρώσαν / απονευρώσανε / απονεύρωσαν |
| Μέλλοντας | θα απονευρώνω / θα απονευρώσω | θα απονευρώνεις / θα απονευρώσεις | θα απονευρώνει / θα απονευρώσει | θα απονευρώνουμε / θα απονευρώσουμε | θα απονευρώνετε / θα απονευρώσετε | θα απονευρώνουν / θα απονευρώνουνε / θα απονευρώσουν / θα απονευρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω απονευρώσει | έχεις απονευρώσει | έχει απονευρώσει | έχουμε απονευρώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απονευρώσει | είχες απονευρώσει | είχε απονευρώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω απονευρώσει / να απονευρώνω / να απονευρώσω | να έχεις απονευρώσει / να απονευρώνεις / να απονευρώσεις | να έχει απονευρώσει / να απονευρώνει / να απονευρώσει | να έχουμε απονευρώσει / να απονευρώνουμε / να απονευρώσουμε | να απονευρώνετε / να απονευρώσετε | να απονευρώνουν / να απονευρώνουνε / να απονευρώσουν / να απονευρώσουνε |
| Προστακτική | — | απονεύρωνε / απονεύρωσε | — | — | απονευρώνετε / απονευρώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
απονευρώθηκααπονευρώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →