Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποξενωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την αποξένωση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποξενωτικός < αποξενώνω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποξενωτικόςαποξενωτικήαποξενωτικό
Γενικήαποξενωτικούαποξενωτικήςαποξενωτικού
Αιτιατικήαποξενωτικόαποξενωτικήαποξενωτικό
Κλητικήαποξενωτικέαποξενωτικήαποξενωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποξενωτικοίαποξενωτικέςαποξενωτικά
Γενικήαποξενωτικώναποξενωτικώναποξενωτικών
Αιτιατικήαποξενωτικούςαποξενωτικέςαποξενωτικά
Κλητικήαποξενωτικοίαποξενωτικέςαποξενωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →