αποξενωτικός
•
- που έχει σχέση με την αποξένωση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποξενωτικός < αποξενώνω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποξενωτικός | αποξενωτική | αποξενωτικό |
| Γενική | αποξενωτικού | αποξενωτικής | αποξενωτικού |
| Αιτιατική | αποξενωτικό | αποξενωτική | αποξενωτικό |
| Κλητική | αποξενωτικέ | αποξενωτική | αποξενωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποξενωτικοί | αποξενωτικές | αποξενωτικά |
| Γενική | αποξενωτικών | αποξενωτικών | αποξενωτικών |
| Αιτιατική | αποξενωτικούς | αποξενωτικές | αποξενωτικά |
| Κλητική | αποξενωτικοί | αποξενωτικές | αποξενωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →