αποξυλώνομαι
•
- πεθαίνω Βικιλεξικό
- εκπλήσσομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποξυλώνομαι < παθητική φωνή του ρήματος αποξυλώνω < απο- + ξυλώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποξυλώνομαι | αποξυλώνεσαι | αποξυλώνεται | αποξυλωνόμαστε | αποξυλώνεστε | αποξυλώνονται |
| Παρατατικός | αποξυλωνόμουν / αποξυλωνόμουνα | αποξυλωνόσουν / αποξυλωνόσουνα | αποξυλωνόταν / αποξυλωνότανε | αποξυλωνόμασταν / αποξυλωνόμαστε | αποξυλωνόσασταν / αποξυλωνόσαστε | αποξυλωνόντουσαν / αποξυλώνονταν |
| Αόριστος | αποξυλώθηκα | αποξυλώθηκες | αποξυλώθηκε | αποξυλωθήκαμε | αποξυλωθήκατε | αποξυλωθήκαν / αποξυλωθήκανε / αποξυλώθηκαν |
| Μέλλοντας | θα αποξυλωθώ / θα αποξυλώνομαι | θα αποξυλωθείς / θα αποξυλώνεσαι | θα αποξυλωθεί / θα αποξυλώνεται | θα αποξυλωθούμε / θα αποξυλωνόμαστε | θα αποξυλωθείτε / θα αποξυλώνεστε | θα αποξυλωθούν / θα αποξυλωθούνε / θα αποξυλώνονται |
| Παρακείμενος | έχω αποξυλωθεί | έχεις αποξυλωθεί | έχει αποξυλωθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποξυλωθεί | είχες αποξυλωθεί | είχε αποξυλωθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποξυλωθεί / να αποξυλωθώ / να αποξυλώνομαι | να έχεις αποξυλωθεί / να αποξυλωθείς / να αποξυλώνεσαι | να έχει αποξυλωθεί / να αποξυλωθεί / να αποξυλώνεται | να αποξυλωθούμε / να αποξυλωνόμαστε | να αποξυλωθείτε / να αποξυλώνεστε | να αποξυλωθούν / να αποξυλωθούνε / να αποξυλώνονται |
| Προστακτική | — | αποξυλώνου / αποξυλώσου | — | — | αποξυλωθείτε / αποξυλώνεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →