αποπνιγμός
•
- σπάνιοη ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποπνίγω Βικιλεξικό
- Ὅταν οἱ κώνωπες βομβοῦσι καὶ τὰ ἐδώδιμα τῆς ἀγορᾶς ἀρχίζουν νὰ σήπωνται, ἐξατμίζωνται δὲ αἱ ὑπόνομοι καὶ οἱ ἐγκέφαλοι τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν, ἀφεύκτως τότε θέλομεν ἔχει ζέστην καὶ ἀποπνιγμοὺς ἐξ ἀσφυξίας.
Ετυμολογία
αποπνιγμός < αποπνίγ(ω) + -μός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποπνιγμός | αποπνιγμοί |
| Γενική | αποπνιγμού | αποπνιγμών |
| Αιτιατική | αποπνιγμό | αποπνιγμούς |
| Κλητική | αποπνιγμέ | αποπνιγμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →