Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποπνιγμός

/a.po.pniɣˈmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. σπάνιοη ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποπνίγω Βικιλεξικό
    • Ὅταν οἱ κώνωπες βομβοῦσι καὶ τὰ ἐδώδιμα τῆς ἀγορᾶς ἀρχίζουν νὰ σήπωνται, ἐξατμίζωνται δὲ αἱ ὑπόνομοι καὶ οἱ ἐγκέφαλοι τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν, ἀφεύκτως τότε θέλομεν ἔχει ζέστην καὶ ἀποπνιγμοὺς ἐξ ἀσφυξίας.

Ετυμολογία

αποπνιγμός < αποπνίγ(ω) + -μός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαποπνιγμόςαποπνιγμοί
Γενικήαποπνιγμούαποπνιγμών
Αιτιατικήαποπνιγμόαποπνιγμούς
Κλητικήαποπνιγμέαποπνιγμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →