αποπνίγω
•
- κυριολεκτικάπνίγω (τελείως) Βικιλεξικό
- μεταφορικάκαταπνίγω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποπνίγω < αρχαία ελληνική ἀποπνίγω < ἀπό + πνίγω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *pnew- (αναπνέω)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποπνίγω | αποπνίγεις | αποπνίγει | αποπνίγουμε | αποπνίγετε | αποπνίγουν / αποπνίγουνε |
| Παρατατικός | απέπνιγα | απέπνιγες | απέπνιγε | αποπνίγαμε | αποπνίγατε | απέπνιγαν / αποπνίγαν / αποπνίγανε |
| Αόριστος | απέπνιξα | απέπνιξες | απέπνιξε | αποπνίξαμε | αποπνίξατε | απέπνιξαν / αποπνίξαν / αποπνίξανε |
| Μέλλοντας | θα αποπνίγω / θα αποπνίξω | θα αποπνίγεις / θα αποπνίξεις | θα αποπνίγει / θα αποπνίξει | θα αποπνίγουμε / θα αποπνίξουμε | θα αποπνίγετε / θα αποπνίξετε | θα αποπνίγουν / θα αποπνίγουνε / θα αποπνίξουν / θα αποπνίξουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποπνίξει | έχεις αποπνίξει | έχει αποπνίξει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποπνίξει | είχες αποπνίξει | είχε αποπνίξει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποπνίξει / να αποπνίγω / να αποπνίξω | να έχεις αποπνίξει / να αποπνίγεις / να αποπνίξεις | να έχει αποπνίξει / να αποπνίγει / να αποπνίξει | να αποπνίγουμε / να αποπνίξουμε | να αποπνίγετε / να αποπνίξετε | να αποπνίγουν / να αποπνίγουνε / να αποπνίξουν / να αποπνίξουνε |
| Προστακτική | — | έχε αποπνιγμένο / απόπνιγε / απόπνιξε | — | — | αποπνίγετε / αποπνίξτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →