Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποπυροδοτώ

/a.po.pi.ɾo.ðoˈto/ρήμα
•
  1. απενεργοποιώ κάτι που έχει ήδη πυροδοτηθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποπυροδοτώ < απο- + πυροδοτώ

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαποπυροδοτώαποπυροδοτείςαποπυροδοτείαποπυροδοτούμεαποπυροδοτείτεαποπυροδοτούν / αποπυροδοτούνε
Παρατατικόςαποπυροδοτούσααποπυροδοτούσεςαποπυροδοτούσεαποπυροδοτούσαμεαποπυροδοτούσατεαποπυροδοτούσαν / αποπυροδοτούσανε
Αόριστοςαποπυροδότησααποπυροδότησεςαποπυροδότησεαποπυροδοτήσαμεαποπυροδοτήσατεαποπυροδοτήσαν / αποπυροδοτήσανε / αποπυροδότησαν
Μέλλονταςθα αποπυροδοτήσω / θα αποπυροδοτώθα αποπυροδοτήσεις / θα αποπυροδοτείςθα αποπυροδοτήσει / θα αποπυροδοτείθα αποπυροδοτήσουμε / θα αποπυροδοτούμεθα αποπυροδοτήσετε / θα αποπυροδοτείτεθα αποπυροδοτήσουν / θα αποπυροδοτήσουνε / θα αποπυροδοτούν / θα αποπυροδοτούνε
Παρακείμενοςέχω αποπυροδοτήσειέχεις αποπυροδοτήσειέχει αποπυροδοτήσειέχουμε αποπυροδοτήσει——
Υπερσυντέλικοςείχα αποπυροδοτήσειείχες αποπυροδοτήσειείχε αποπυροδοτήσειείχαμε αποπυροδοτήσει——
Υποτακτικήνα έχω αποπυροδοτήσει / να αποπυροδοτήσω / να αποπυροδοτώνα έχεις αποπυροδοτήσει / να αποπυροδοτήσεις / να αποπυροδοτείςνα έχει αποπυροδοτήσει / να αποπυροδοτήσει / να αποπυροδοτείνα έχουμε αποπυροδοτήσει / να αποπυροδοτήσουμε / να αποπυροδοτούμενα αποπυροδοτήσετε / να αποπυροδοτείτενα αποπυροδοτήσουν / να αποπυροδοτήσουνε / να αποπυροδοτούν / να αποπυροδοτούνε
Προστακτική—αποπυροδότει / αποπυροδότησε——αποπυροδοτήστε / αποπυροδοτείτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

αποπυροδοτούμαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →