αποπυροδοτώ
•
- απενεργοποιώ κάτι που έχει ήδη πυροδοτηθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποπυροδοτώ < απο- + πυροδοτώ
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποπυροδοτώ | αποπυροδοτείς | αποπυροδοτεί | αποπυροδοτούμε | αποπυροδοτείτε | αποπυροδοτούν / αποπυροδοτούνε |
| Παρατατικός | αποπυροδοτούσα | αποπυροδοτούσες | αποπυροδοτούσε | αποπυροδοτούσαμε | αποπυροδοτούσατε | αποπυροδοτούσαν / αποπυροδοτούσανε |
| Αόριστος | αποπυροδότησα | αποπυροδότησες | αποπυροδότησε | αποπυροδοτήσαμε | αποπυροδοτήσατε | αποπυροδοτήσαν / αποπυροδοτήσανε / αποπυροδότησαν |
| Μέλλοντας | θα αποπυροδοτήσω / θα αποπυροδοτώ | θα αποπυροδοτήσεις / θα αποπυροδοτείς | θα αποπυροδοτήσει / θα αποπυροδοτεί | θα αποπυροδοτήσουμε / θα αποπυροδοτούμε | θα αποπυροδοτήσετε / θα αποπυροδοτείτε | θα αποπυροδοτήσουν / θα αποπυροδοτήσουνε / θα αποπυροδοτούν / θα αποπυροδοτούνε |
| Παρακείμενος | έχω αποπυροδοτήσει | έχεις αποπυροδοτήσει | έχει αποπυροδοτήσει | έχουμε αποπυροδοτήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποπυροδοτήσει | είχες αποπυροδοτήσει | είχε αποπυροδοτήσει | είχαμε αποπυροδοτήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποπυροδοτήσει / να αποπυροδοτήσω / να αποπυροδοτώ | να έχεις αποπυροδοτήσει / να αποπυροδοτήσεις / να αποπυροδοτείς | να έχει αποπυροδοτήσει / να αποπυροδοτήσει / να αποπυροδοτεί | να έχουμε αποπυροδοτήσει / να αποπυροδοτήσουμε / να αποπυροδοτούμε | να αποπυροδοτήσετε / να αποπυροδοτείτε | να αποπυροδοτήσουν / να αποπυροδοτήσουνε / να αποπυροδοτούν / να αποπυροδοτούνε |
| Προστακτική | — | αποπυροδότει / αποπυροδότησε | — | — | αποπυροδοτήστε / αποπυροδοτείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αποπυροδοτούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →