πυροδοτώ
•
- κυριολεκτικάμεταδίδω πυρ σε εκρηκτικό γέμισμα Βικιλεξικό
- κυριολεκτικάμεταδίδω πυρ σε εκρηκτικό γέμισμα Βικιλεξικό
- μεταφορικάδημιουργώ την αρχή μελλοντικών αντιδράσεων, εξελίξεων ή ενεργειών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πυροδοτώ, ήδη από το 1852 ως πυροδοτῶ (κλίση -έω) < πυρο- + -δοτώ :* για τη σημασία «ενεργοποιώ εκρηκτική συσκευή»: μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική mettre le feu
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πυροδοτώ | πυροδοτείς | πυροδοτεί | πυροδοτούμε | πυροδοτείτε | πυροδοτούν / πυροδοτούνε |
| Παρατατικός | πυροδοτούσα | πυροδοτούσες | πυροδοτούσε | πυροδοτούσαμε | πυροδοτούσατε | πυροδοτούσαν / πυροδοτούσανε |
| Αόριστος | πυροδότησα | πυροδότησες | πυροδότησε | πυροδοτήσαμε | πυροδοτήσατε | πυροδοτήσαν / πυροδοτήσανε / πυροδότησαν |
| Μέλλοντας | θα πυροδοτήσω / θα πυροδοτώ | θα πυροδοτήσεις / θα πυροδοτείς | θα πυροδοτήσει / θα πυροδοτεί | θα πυροδοτήσουμε / θα πυροδοτούμε | θα πυροδοτήσετε / θα πυροδοτείτε | θα πυροδοτήσουν / θα πυροδοτήσουνε / θα πυροδοτούν / θα πυροδοτούνε |
| Παρακείμενος | έχω πυροδοτήσει | έχεις πυροδοτήσει | έχει πυροδοτήσει | έχουμε πυροδοτήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πυροδοτήσει | είχες πυροδοτήσει | είχε πυροδοτήσει | είχαμε πυροδοτήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πυροδοτήσει / να πυροδοτήσω / να πυροδοτώ | να έχεις πυροδοτήσει / να πυροδοτήσεις / να πυροδοτείς | να έχει πυροδοτήσει / να πυροδοτήσει / να πυροδοτεί | να έχουμε πυροδοτήσει / να πυροδοτήσουμε / να πυροδοτούμε | να πυροδοτήσετε / να πυροδοτείτε | να πυροδοτήσουν / να πυροδοτήσουνε / να πυροδοτούν / να πυροδοτούνε |
| Προστακτική | — | πυροδότησε | — | — | πυροδοτήστε / πυροδοτείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
πυροδοτήθηκαπυροδοτούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →