απορροφητήρας
•
- οποιαδήποτε συσκευή που απορροφά διάφορα σωματίδια ή ουσίες, π.χ. σκόνη, καπνό, υδρατμούς κ.λπ. Βικιλεξικό
- ειδικότεραη ηλεκτρική συσκευή της κουζίνας, εντοιχισμένη ή κρεμαστή, που χρησιμοποιείται για την απομάκρυνση των οσμών και των υδρατμών κατά το μαγείρεμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απορροφητήρας < απορροφώ, απορροφη- + -τήρας (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική absorber)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απορροφητήρας | απορροφητήρες |
| Γενική | απορροφητήρα | απορροφητήρων |
| Αιτιατική | απορροφητήρα | απορροφητήρες |
| Κλητική | απορροφητήρα | απορροφητήρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →