Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρουφάω

/ɾuˈfa.o/ρήμα
•
  1. πίνω κάτι θορυβωδώς με χαρακτηριστικές κινήσεις της γλώσσας και των χειλιών Βικιλεξικό
  2. πίνω ή τρώω κάτι λαίμαργα Βικιλεξικό
  3. εισπνέω Βικιλεξικό
    • «Όχι κάτω από τη μύτη τους, γιαγιά, κάτω από τα πόδια τους», τη διόρθωσα εγώ ρουφώντας τη δική μου μύτη, που είχε βουλώσει από το κλάμα, κι η γιαγιά μου γέλασε πολύ και με είπε «παμπόνηρη αλεπού» κι «εξυπνοπούλι, αετόπουλο». (Ελένη Τασοπούλου, Το λουζεράκι, εκδ. Καστανιώτη, 2020)
  4. απορροφώ Βικιλεξικό
    • σαν έμπαινε στο λουτρό να ξουριστεί, ήμουν με την ψυχή στο στόμα: κόβονταν ίσαμε εκατό φορές, το άκουγα να σκούζει και να σιγοβρίζει, κι έπειτα τα μούτρα του ήταν σαν κιγμάς, μες στα αίματα, που όσα κομματάκια χαρτί και να κόλλαγε, δεν φτούραγαν να το ρουφήξουν. (Αύγουστος Κορτώ, Τσιτσιμπού, η μάγισσα της πίστας, εκδ. Πατάκης, 2023)
  5. για υγρό στοιχείο: λίμνηέλκω κάτι προς τον βυθό Βικιλεξικό
  6. μεταφορικάεξαντλώ Βικιλεξικό
  7. προσέχω και αφομοιώνω κάτι που ακούω ή διαβάζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ρουφάω < ρουφ(ώ) + -άω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ῥουφῶ < αρχαία ελληνική ῥοφῶ, συνηρημένος τύπος του ῥοφέω / ῥοφάω πρωτοελληνική *hropʰéyō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *srebʰ- (ρουφώ)

Άλλοι τύποι

ρουφήχτηκαρουφηγμένοςρουφιέμαιρουφούσαρουφώρούφαγαρούφηξα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →