αποσάθρωση
•
- γεωλογίαη ενέργεια και το αποτέλεσμα του αποσαθρώνω Βικιλεξικό
- μεταφορικάη ενέργεια και το αποτέλεσμα του αποσαθρώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποσάθρωση < αποσαθρώνω + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποσάθρωση | αποσαθρώσεις |
| Γενική | αποσάθρωσης | αποσαθρώσεων |
| Αιτιατική | αποσάθρωση | αποσαθρώσεις |
| Κλητική | αποσάθρωση | αποσαθρώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →